ικανός


ικανός
[иканос] εκ. способный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ικανός" в других словарях:

  • ἱκανός — sufficing masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ικανός — ή, ό (ΑΜ ικανός, ή, όν) 1. αυτός που έχει την επιδεξιότητα να κάνει κάτι, επιδέξιος 2. αυτός που έχει τη δύναμη να κάνει κάτι 3. (για πράγματα, καταστάσεις ή χρόνο) επαρκής, πολύς, ικανοποιητικός («έκτοτε διέρρευσε ικανός χρόνος») 4. (με κακή σημ …   Dictionary of Greek

  • ικανός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που μπορεί να κάνει κάτι, επιδέξιος, κατάλληλος: Ικανός για κάθε δουλειά. – Δεν είναι ικανός να αναλάβει αυτό το έργο. – Ικανός κυνηγός. 2. κατάλλληλος για στράτευση: Κρίθηκε ικανός πρώτης κατηγορίας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἱκανά — ἱκανός sufficing neut nom/voc/acc pl ἱκανά̱ , ἱκανός sufficing fem nom/voc/acc dual ἱκανά̱ , ἱκανός sufficing fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκανώτερον — ἱκανός sufficing adverbial comp ἱκανός sufficing masc acc comp sg ἱκανός sufficing neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκανωτάτω — ἱκανός sufficing masc/neut nom/voc/acc superl dual ἱκανός sufficing masc/neut gen superl sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκανωτάτων — ἱκανός sufficing fem gen superl pl ἱκανός sufficing masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκανῶν — ἱκανός sufficing fem gen pl ἱκανός sufficing masc/neut gen pl ἱκανόω make sufficient pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἱκανόω make sufficient pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἱκανόω make sufficient pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκανόν — ἱκανός sufficing masc acc sg ἱκανός sufficing neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκανώτατα — ἱκανός sufficing adverbial superl ἱκανός sufficing neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)